Ανοιχτή επιστολή για την τραγωδία του πλοίου στην Ελλάδα: Ζητήματα Διεθνούς Δικαίου (Διεθνής Πρωτοβουλία Ακαδημαϊκών)

Ανοιχτή επιστολή για την τραγωδία του πλοίου στην Ελλάδα: Ζητήματα Διεθνούς Δικαίου

Η παρούσα επιστολή υπογράφεται από ακαδημαϊκούς διεθνώς που ειδικεύονται στους τομείς της μετανάστευσης, ασύλου, προσφυγικού δικαίου και δικαίου ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δημόσιου διεθνούς δικαίου, δικαίου της θάλασσας και διεθνούς ποινικού δικαίου.

Στις 14 Ιουνίου 2023, ένα ακόμη σκάφος μεταναστών βυθίστηκε στην προσπάθειά του να διασχίσει τη Μεσόγειο Θάλασσα. Υπολογίζεται ότι 650 επιβάτες χάθηκαν στη θάλασσα. Το σκάφος χωρίς σημαία είχε αναχωρήσει από τη Λιβύη και κατευθυνόταν προς την Ιταλία όταν εντοπίστηκε στα διεθνή ύδατα, 87 χιλιόμετρα από τις ελληνικές ακτές. Το Alarm Phone και η Frontex ξεχωριστά ειδοποίησαν τις ελληνικές αρχές. Δεν ξεκίνησε καμία προσπάθεια διάσωσης. Σύμφωνα με τις ελληνικές αρχές, το σκάφος ήταν αξιόπλοο όταν έφτασε στο σημείο το σκάφος του Λιμενικού Σώματος και οι επιβαίνοντες απέρριψαν την προσφορά των λιμενικών αρχών για βοήθεια.

Οι ελληνικές αρχές ισχυρίστηκαν ότι, εφόσον το σκάφος βρισκόταν σε διεθνή ύδατα, το Ελληνικό Λιμενικό Σώμα δεν είχε δικαιοδοσία να επέμβει, ειδικά από τη στιγμή που η προσφορά τους για βοήθεια είχε απορριφθεί. Η ανατροπή του σκάφους φέρεται να προκλήθηκε από τις πράξεις των διακινητών, χωρίς καμία ανάμειξη του Λιμενικού Σώματος. Σύμφωνα με μαρτυρίες επιζώντων, το Λιμενικό Σώμα επιχείρησε να ρυμουλκήσει το σκάφος, πρακτική που υποδηλώνει πιθανή προσπάθεια επαναπροώθησης, η οποία τελικά προκάλεσε την ανατροπή του σκάφους. Τις ημέρες που ακολούθησαν το ναυάγιο, εννέα επιζώντες συνελήφθησαν και κατηγορήθηκαν για παράνομη διακίνηση μεταναστών. Η διαδικασία βρίσκεται σε εξέλιξη.

Οι συστηματικές επαναπροωθήσεις και η πρακτική της καθυστερημένης ή μη παροχής βοήθειας στη Μεσόγειο υπονομεύουν τις καθιερωμένες νομικές υποχρεώσεις. Επιπλέον, η συζήτηση στο εθνικό πλαίσιο γύρω από αυτές τις πρακτικές, όπως δείχνει το πρόσφατο ναυάγιο, επιχειρεί να θέσει υπό αμφισβήτηση βασικές αρχές του διεθνούς δικαίου. Ως εκ τούτου, με την παρούσα ανοικτή επιστολή, αποσαφηνίζουμε τις εφαρμοστέες νομικές υποχρεώσεις βάσει του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας, του Δικαίου των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, του Δικαίου της ΕΕ και του Πρωτοκόλλου για τη Λαθραία Διακίνηση Μεταναστών.

Διάσωση και Δίκαιο της Θάλασσας

Η υποχρέωση διάσωσης ατόμων που βρίσκονται σε κίνδυνο στη θάλασσα αποτελεί βασική αρχή του εθιμικού διεθνούς δικαίου. Κωδικοποιείται επίσης σε διεθνείς συνθήκες και σε άλλες νομικές πράξεις, συμπεριλαμβανομένου του άρθρου 98 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS), της Διεθνούς Σύμβασης για την Ασφάλεια της Ανθρώπινης Ζωής στη Θάλασσα (SOLAS), της Διεθνούς Σύμβασης για τη Θαλάσσια Ερευνα και Διάσωση (SAR) και των Κατευθυντήριων Οδηγιών του Διεθνούς Οργανισμού Ναυσιπλοΐας (ΙΜΟ).

Κίνδυνος

 Ένα σκάφος βρίσκεται σε κίνδυνο εάν “υπάρχει εύλογη βεβαιότητα ότι το σκάφος απειλείται από σοβαρό και άμεσο κίνδυνο και χρειάζεται άμεση βοήθεια” (Σύμβαση SAR, άρθρο 1). Η διατύπωση υπονοεί ότι κατάσταση κινδύνου δεν υφίσταται μόνο σε περίπτωση επιβεβαιωμένου επικείμενου κινδύνου (π.χ. βυθιζόμενο σκάφος) αλλά και όταν υπάρχει απειλή τέτοιου κινδύνου (π.χ. λόγω του μη αξιόπλοου του σκάφους).

Στο ίδιο πνεύμα, ο Κανονισμός 656/2014 της ΕΕ (Κανονισμός για τις Θαλάσσιες Επιχειρήσεις του Frontex), ο οποίος κωδικοποιεί τους κανόνες του διεθνούς δικαίου που αφορούν τις επιχειρήσεις στη θάλασσα, ορίζει ότι ο προσδιορισμός μιας κατάστασης αβεβαιότητας, συναγερμού ή κινδύνου βασίζεται στους ακόλουθους δείκτες: την αξιοπλοΐα του σκάφους και την πιθανότητα να μην φτάσει στον τελικό προορισμό του, τον αριθμό των επιβατών επί του σκάφους, τη διαθεσιμότητα επαρκών εφοδίων, όπως καύσιμα, νερό και τρόφιμα, τη διαθεσιμότητα ειδικευμένου πληρώματος και πλοιάρχου και την παρουσία παιδιών επί του σκάφους. Η αξιολόγηση της υποχρέωσης παροχής βοήθειας είναι αντικειμενική και πρέπει να λαμβάνει υπόψη όλες τις σχετικές πληροφορίες. Η ύπαρξη αιτήματος συνδρομής είναι σχετική αλλά όχι καθοριστική.

Διακίνηση και παράνομη είσοδος

 Η υποχρέωση παροχής βοήθειας στη θάλασσα υφίσταται ανεξάρτητα από την εθνικότητα ή το (νομικό) καθεστώς των προσώπων που κινδυνεύουν. Αυτό ισχύει και για τους μετανάστες που ενδέχεται να μην πληρούν τις προϋποθέσεις για νόμιμη είσοδο. Ένα από τα επιχειρήματα που διατυπώθηκαν στην συζήτηση σε εθνικό πλαίσιο είναι ότι η UNCLOS δεν συντάχθηκε με γνώμονα τα μεταναστευτικά σκάφη, αντανακλώντας την ανησυχία ότι τα δίκτυα λαθραίας διακίνησης καταχρώνται τις υποχρεώσεις με βάση τη SAR. Η Σύμβαση δεν περιορίζει τις υποχρεώσεις διάσωσης σε “νόμιμη” ή “κανονική ναυσιπλοΐα” και δεν περιλαμβάνει καμία εξαίρεση από την υποχρέωση διάσωσης. Το άρθρο 98 UNCLOS αναφέρει ρητά ότι το καθήκον καλύπτει “κάθε πρόσωπο” που βρίσκεται στη θάλασσα και κινδυνεύει να χαθεί, με άλλα λόγια, ανεξάρτητα από το καθεστώς μετανάστευσης, τους σκοπούς του ταξιδιού ή άλλα κίνητρα.

Δικαιοδοσία στα διεθνή ύδατα

Τα κράτη έχουν πρωτίστως δικαιοδοσία να σταματούν ή να αναχαιτίζουν σκάφη και να επιβάλλουν τους νόμους τους εντός των χωρικών τους υδάτων. Στα διεθνή ύδατα, τα σκάφη απολαμβάνουν ελευθερία ναυσιπλοΐας και υπόκεινται στη δικαιοδοσία εφαρμογής της νομοθεσίας του Κράτους εθνικότητας του σκάφους (κράτος σημαίας).

 Ενώ η εξωεδαφική δικαιοδοσία είναι αντικείμενο συζήτησης όσον αφορά την αναχαίτιση και κατάσχεση πλοίων στα διεθνή ύδατα, η αβεβαιότητα αυτή δεν ισχύει για την Eρευνα και Διάσωση. Όταν ένα σκάφος βρίσκεται σε κίνδυνο, το καθήκον παροχής βοήθειας υπερισχύει των περιορισμών δικαιοδοσίας. Η υποχρέωση διάσωσης ισχύει εξίσου στα χωρικά ύδατα και στα διεθνή ύδατα.

Ο Διεθνής Οργανισμός Ναυσιπλοϊας (IMO) εξασφαλίζει τη δημιουργία περιοχών έρευνας και διάσωσης (ζώνες SAR), οι οποίες περιλαμβάνουν επίσης τμήματα των διεθνών υδάτων. Τα κράτη οφείλουν να παρέχουν (και να συντονίζουν την παροχή) βοήθεια σε πλοία που βρίσκονται σε κίνδυνο εντός της ζώνης SAR τους. Η υποχρέωση δεν είναι υποχρέωση αποτελέσματος (δηλαδή επιτυχία διάσωσης όσων βρίσκονται σε κίνδυνο), αλλά υποχρέωση δέουσας επιμέλειας, δηλαδή το κράτος οφείλει να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να υποστηρίξει τις ενέργειες διάσωσης.Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το πλοίο βρισκόταν εντός της ελληνικής ζώνης SAR.

Προκύπτει έτσι ότι, σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας και το δίκαιο της ΕΕ, η Ελλάδα είχε όχι μόνο το δικαίωμα αλλά και την υποχρέωση να επέμβει, να βοηθήσει και να διασώσει τους επιβαίνοντες, ανεξάρτητα από την ιδιότητά τους ως παράτυπων μεταναστών ή διακινητών, ανεξάρτητα από το αν ζήτησαν ή αρνήθηκαν βοήθεια, και παρόλο που το περιστατικό έλαβε χώρα στα διεθνή ύδατα.

Δίκαιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων & Προσφυγικό Δίκαιο

Το Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων προστατεύει το δικαίωμα στη ζωή (άρθρο 2 ΕΣΔΑ, άρθρο 2 Χάρτη της ΕΕ, άρθρο 6 ΔΣΑΠΔ). Τα Κράτη δεν έχουν μόνο την αρνητική υποχρέωση να απέχουν από την παράνομη αφαίρεση της ζωής, αλλά και τη θετική υποχρέωση να λαμβάνουν όλα τα κατάλληλα μέτρα για την προστασία της ζωής εντός της δικαιοδοσίας τους (ΕΔΔΑ, Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης, Centre for Legal Resources για λογαριασμό του Valentin Câmpeanu κατά Ρουμανίας, αριθ. προσφυγής 47848/08). Ειδικότερα, το δικαίωμα στη ζωή μπορεί επίσης να παραβιάζεται όταν πράξεις κρατικών οργάνων θέτουν σε σοβαρό κίνδυνο τη ζωή του προσφεύγοντος, ακόμη και όταν ο τελευταίος καταφέρνει να επιβιώσει (ΕΔΔΑ, Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης, Μακαρατζής κατά Ελλάδας, αριθ. προσφυγής 50385/99). Οι θετικές υποχρεώσεις των Κρατών περιλαμβάνουν την υποχρέωση να εκτελούν επιχειρήσεις διάσωσης στη θάλασσα όταν ενημερώνονται για πρόσωπα ή σκάφη που βρίσκονται σε κίνδυνο και υπάγονται στη δικαιοδοσία τους.

Σε περιπτώσεις απώθησης (pushback), μπορεί επίσης να διακυβεύεται η αρχής της απαγόρευσης επαναπροώθησης, η οποία αποτελεί βασική αρχή προστασίας στο Διεθνές Προσφυγικό Δίκαιο, στο δίκαιο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και στο διεθνές εθιμικό δίκαιο. Άλλα ανθρώπινα δικαιώματα που διακυβεύονται κατά τη διάρκεια απώθησης (pushback) περιλαμβάνουν την απαγόρευση συλλογικής απέλασης, το δικαίωμα στο άσυλο, το δικαίωμα αποτελεσματικής νομικής προστασίας και τα δικαιώματα του παιδιού.

Εξωεδαφική δικαιοδοσία

Ο πρωταρχικός κανόνας δικαιοδοσίας στο δίκαιο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι η εδαφική δικαιοδοσία (άρθρο 1 ΕΣΔΑ, άρθρο 1 Χάρτη ΕΕ, ΕΔΔΑ, Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης, Bankovic και λοιποί κατά Βελγίου (απόφαση επί παραδεκτού), αριθ. προσφυγής 52207/99), που σημαίνει ότι ένα Κράτος μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνο για παραβιάσεις που συμβαίνουν στην επικράτειά του. Ωστόσο, η δικαιοδοσία μπορεί επίσης να ισχύει εξωεδαφικά υπό ορισμένες συνθήκες. Η δικαιοδοσία μπορεί να θεμελιωθεί σε ξένο έδαφος ή διεθνή ύδατα όταν ένα κράτος ασκεί αποτελεσματικό έλεγχο επί προσώπων (ΕΔΔΑ, Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης, Medvedyev και λοιποί κατά της Γαλλίας, αριθ. προσφυγής 3394/03) ή όταν ασκεί επίσημη δημόσια εξουσία ή αποτελεσματικό έλεγχο επί εδαφικής περιοχής (ΕΔΔΑ, Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης, Al-Skeini και λοιποί κατά Ηνωμένου Βασιλείου, αριθ. προσφυγής 55721/07).

Στην υπόθεση Hirsi Jamaa κατά Ιταλίας (ΕΔΔΑ, Τμήμα Ευρείας Συνθεσης, Hirsi Jamaa και λοιποί κατά Ιταλίας, αριθ. προσφυγής 27765/09), το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων δέχθηκε ότι μια τέτοια εξωεδαφική δικαιοδοσία καθιερώθηκε, τόσο de jure όσο και de facto, όταν οι ιταλικές αρχές αναχαίτισαν ένα σκάφος στα διεθνή ύδατα, μετέφεραν τους επιβάτες σε δικά τους σκάφη και τους επέστρεψαν στη Λιβύη.Η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ έκρινε περαιτέρω ότι η εξωεδαφική δικαιοδοσία υφίσταται επίσης όταν το σκάφος σε κίνδυνο βρίσκεται εντός της ζώνης SAR, για την οποία ένα κράτος έχει αναλάβει επίσημα την ευθύνη συντονισμού των επιχειρήσεων διάσωσης (Επιτροπή Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, AS και λοιποί κατά Μάλτας, CCPR/C/128/D/3043/2017).

Εξωεδαφική δικαιοδοσία μπορεί επίσης να προκύψει όταν ένα κράτος, χωρίς να έχει τυπική αρμοδιότητα (de jure), συμμετέχει ωστόσο στην πράξη (de facto) σε μια επιχείρηση έρευνας και διάσωσης, για παράδειγμα, παραμένοντας σε επικοινωνία και επαφή με το σκάφος που κινδυνεύει (Επιτροπή Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, AS και λοιποί κατά Ιταλίας, CCPR/C/130/D/3042/2017.).

Έτσι, σύμφωνα με το δίκαιο ανθρωπίνων δικαιωμάτων και το προσφυγικό δίκαιο, η Ελλάδα μπορεί να θεωρηθεί ότι παραβίασε το δικαίωμα στη ζωή και, ενδεχομένως, την απαγόρευση της επαναπροώθησης και της συλλογικής απέλασης (ανάλογα με τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών σχετικά με τη ρυμούλκηση του πλοίου). Η εξωεδαφική δικαιοδοσία της Ελλάδας όσον αφορά τις υποχρεώσεις της για τα ανθρώπινα δικαιώματα μπορεί να διαπιστωθεί με βάση τον αποτελεσματικό έλεγχο που άσκησε επί του μεταναστευτικού σκάφους.

Ποινική έρευνα

Παράλληλα με το ουσιαστικό σκέλος του, το δικαίωμα στη ζωή έχει και ένα διαδικαστικό σκέλος, δηλαδή την υποχρέωση διεξαγωγής αποτελεσματικής έρευνας για να διασφαλιστεί η απόδοση ευθυνών για την απώλεια ζωής και η παροχή αποτελεσματικής έννομης προστασίας στα θύματα και τις οικογένειές τους (ΕΔΔΑ, Armani Da Silva κατά Ηνωμένου Βασιλείου, αριθ. προσφυγής 5878/08). Η σχετική έρευνα πρέπει να διεξάγεται με πρωτοβουλία των αρμόδιων αρχών, να είναι επαρκής, άμεση, ταχεία και εμπεριστατωμένη και να επιτρέπει τον δημόσιο έλεγχο. Πρέπει επίσης να προβλέπει τη συμμετοχή των συγγενών των θυμάτων για τη διασφάλιση των συμφερόντων τους (Al-Skeini και άλλοι κατά Ηνωμένου Βασιλείου, όπ.π.).

Κατά κανόνα, μια απλή διοικητική, πειθαρχική διαδικασία ή μια αστική αγωγή με στόχο την αποζημίωση των θυμάτων και των οικογενειών τους δεν πληροί τα πρότυπα αυτής της υποχρέωσης. Μια αποτελεσματική έρευνα για τη διασφάλιση του δικαιώματος στη ζωή πρέπει να λάβει τη μορφή ποινικής έρευνας (Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Γενικό Σχόλιο 6; Μακαρατζής κατά Ελλάδας (οπ.π.)). Η έρευνα πρέπει να διασφαλίζει τη λογοδοσία των κρατικών φορέων για τους θανάτους που προκλήθηκαν από αυτούς. Δεδομένου ότι πολύ συχνά, “οι πραγματικές συνθήκες του θανάτου είναι σε μεγάλο βαθμό γνωστές μόνο στα κρατικά όργανα ή στις κρατικές αρχές, η κίνηση των κατάλληλων διαδικασιών σε εθνικό επίπεδο, όπως η ποινική δίωξη και η πειθαρχική διαδικασία, εξαρτάται από τη διεξαγωγή μιας επαρκούς επίσημης έρευνας, η οποία πρέπει να είναι ανεξάρτητη και αμερόληπτη. Αν υποτεθεί ότι η έρευνα χαρακτηρίζεται από ελαττώματα που υπονομεύουν την ικανότητά της να προσδιορίσει τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα το περιστατικό ή να επιτύχει τον εντοπισμό των δραστών, στην περίπτωση αυτή, η έρευνα δεν θα πληροί το κριτήριο της αποτελεσματικότητας (Μακαρατζής κατά Ελλάδας, οπ.π.).

Σε ένα παρόμοιο περιστατικό στα ανοικτά του Φαρμακονησίου στην Ελλάδα το 2014, που είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο 11 ανθρώπων, διαπιστώθηκε παραβίαση του δικαιώματος στη ζωή ως προς το διαδικαστικό σκέλος, καθώς το Δικαστήριο έκρινε ότι οι εθνικές αρχές δεν είχαν διενεργήσει ενδελεχή και αποτελεσματική έρευνα (ΕΔΔΑ, Safi και άλλοι κατά Ελλάδας, αριθ. ποροσφυγής 5418/2015). Στην υπόθεση αυτή, το Δικαστήριο διαπίστωσε επίσης πρόσθετη παραβίαση του δικαιώματος στη ζωή στο ουσιαστικό σκέλος του, λόγω της μη λήψης από την Ελλάδα όλων των ευλόγως αναμενόμενων μέτρων για την προστασία των προσφευγόντων (υποχρεώσεις δέουσας επιμέλειας) και μη τήρηση της απαγόρευσης απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης. Επιπλέον, το 2022 η Επιτροπή του ΟΗΕ για τις Αναγκαστικές Εξαφανίσεις εξέφρασε την ανησυχία της για την έλλειψη αποτελεσματικής διερεύνησης και ποινικής δίωξης των αναγκαστικών εξαφανίσεων μεταναστών, μεταξύ άλλων σε σχέση με τις επαναπροωθήσεις ατόμων που φθάνουν δια θαλάσσης ή μέσω του ποταμού Έβρου (ΟΗΕ, Επιτροπή για τις Αναγκαστικές Εξαφανίσεις, Καταληκτικά Συμπέρασμα σχετικά με την αναφορά που υποβλήθηκε από την Ελλάδα σύμφωνα με το άρθρο 29(1) της Σύμβασης, 12 Μαΐου 2022, CED/C/GRC/CO/1).

Ως συμβαλλόμενο μέρος στο Πρωτόκολλο για τη Λαθραία Διακίνηση Μεταναστών, η Ελλάδα υποχρεούται να θεσπίσει τη λαθραία διακίνηση μεταναστών με σκοπό το οικονομικό ή άλλο υλικό όφελος ως ποινικό αδίκημα και να θεωρήσει τις καταστάσεις που απειλούν τη ζωή ως επιβαρυντικές περιστάσεις (Αρθρο 6). Ο ελληνικός νόμος έχει υιοθετήσει μια ακόμη ευρύτερη προσέγγιση που ποινικοποιεί τη διευκόλυνση της παράνομης εισόδου ή παραμονής, ανεξάρτητα από το υλικό όφελος (Ν. 5038/2023, Άρθρο 24). Σε παρόμοια υπόθεση το 2017, το Ανώτατο Δικαστήριο της Ελλάδας έκρινε ότι δεν είχε δικαιοδοσία να ασκήσει δίωξη κατά των φερόμενων ως διακινητών, καθώς αυτοί συνελήφθησαν σε διεθνή ύδατα και το σκάφος κατευθυνόταν προς την Ιταλία (ΑΠ 2070/2017).

Η έρευνα βρίσκεται επί του παρόντος σε εξέλιξη, αλλά μπορεί ήδη να εκτιμηθεί ότι θα υπολείπεται των προδιαγραφών μιας αποτελεσματικής έρευνας, εάν διαχειριστεί εσφαλμένα  ζητήματα δικαιοδοσίας, παρουσιάσει ελλείψεις που υπονομεύουν την ικανότητά της να προσδιορίσει τα πραγματικά περιστατικά,  και δεν καλύπτει την εξέταση τυχόν ποινικής ευθύνης οργάνων της Ελληνικής Ακτοφυλακής.

Θέματα σχετικά με τη συμμετοχή της Frontex

Η εντολή της Frontex καλύπτει κυρίως την επιτήρηση των συνόρων και τις επιχειρήσεις επιστροφής. Ωστόσο, μπορεί να προκύψει κατάσταση έρευνας και διάσωσης στο πλαίσιο των επιχειρήσεων επιτήρησης των θαλασσίων συνόρων της Frontex. Στην περίπτωση αυτή, ενδέχεται να προκύψουν σχετικά ζητήματα σε σχέση με τις  νομικές υποχρεώσεις του οργανισμού. Ο ρόλος της Frontex είναι συμπληρωματικός προς εκείνον του κράτους μέλους υποδοχής, το οποίο έχει την κύρια ευθύνη για τον έλεγχο του τμήματος των εξωτερικών συνόρων του και την κύρια αρμοδιότητα για την κοινή επιχείρηση. Ο Οργανισμός, που λειτουργεί βάσει του Κανονισμού 2019/1896 και του Κανονισμού 656/2014, έχει την εντολή να παρέχει τεχνική και επιχειρησιακή βοήθεια για την υποστήριξη των επιχειρήσεων έρευνας και διάσωσης ατόμων που βρίσκονται σε κίνδυνο στη θάλασσα και έχει την υποχρέωση να παρέχει βοήθεια σε συντονισμό με το εθνικό Κέντρο Συντονισμού Διάσωσης.

Ο Οργανισμός, ανεξάρτητα από τα Κράτη Μέλη, δεσμεύεται από τις υποχρεώσεις θεμελιωδών δικαιωμάτων, όπως κατοχυρώνονται στους Κανονισμούς 2019/1896 και 656/2014 και στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ. Αυτές περιλαμβάνουν την απαγόρευση της μη επαναπροώθησης, της συλλογικής απέλασης και του δικαιώματος στη ζωή. Ως εκ τούτου, ο Οργανισμός πρέπει να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις δέουσας επιμέλειας στο πλαίσιο των επιχειρήσεών του, επίσης όταν αυτές αφορούν καταστάσεις κινδύνου στη θάλασσα. Επιπλέον, ο Οργανισμός έχει σημαντικά καθήκοντα παρακολούθησης, τα οποία πρέπει να διεξάγονται ιδίως από τους Επιτηρητές Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Οργανισμού και τον Υπεύθυνο Προστασίας Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, ενώ ο Εκτελεστικός Διευθυντής έχει ρητή υποχρέωση να αναστέλλει ή να τερματίζει τις επιχειρήσεις σε περίπτωση σοβαρών παραβιάσεων που ενδέχεται να συνεχιστούν (άρθρο 46 του Κανονισμού 2019/1896).

Η Frontex ανακοίνωσε ότι ετοιμάζει Έκθεση Σοβαρού Περιστατικού σχετικά με το ναυάγιο της Πύλου. Επιπλέον, ο Υπεύθυνος Προστασίας Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Frontex συνιστά την αναστολή των επιχειρήσεων της στην Ελλάδα.

Παράλειψη τήρησης των υποχρεώσεων προστασίας θεμελιωδών δικαιωμάτων μπορεί να οδηγήσει στη νομική ευθύνη της Frontex. Θα πρέπει να διεξαχθεί ανεξάρτητη έρευνα για το αν η Frontex έλαβε όλα τα εύλογα αναμενόμενα μέτρα μετά τον πρώτο εντοπισμό του σκάφους για την προστασία της ζωής των επιβαινόντων. Επιπλέον, η εσωτερική έρευνα οφείλει να εξετάσει όχι μόνο πιθανά σφάλματα της Ελλάδας αλλά και της Frontex.

* Προσθέστε την υπογραφή σας και την πανεπιστημιακή σας ιδιότητα παρακάτω:

https://docs.google.com/document/d/19wcuWxgOkRh1KnNkz2kNOsrK4RfjA-uieYH5KfWnbxc/edit?pli=1